Πέμπτη, 15 Δεκεμβρίου 2016

κιβωτός

Τις Κυριακές η μάνα με ξυπνάει
το θυμιατό μυρίζει φρέσκο θηλασμό και μια ελπίδα
δεν ξέρω πότε εγώ σε ζήτησα ή αν ποτέ σε είδα
μα ένα σταυρό στο πέτο ο πατέρας μού φυλάει

Τις Κυριακές ξανά στην εκκλησία
με τον παπά να ψέλνει χρόνια μες στην ίδια ψαλμωδία
κανείς δεν πρόλαβε να μάθει τι σημαίνει απελπισία
κι εγώ να πνίγομαι στην ίδια πάντα ανυπαρξία

Στην Κιβωτό μου είχα περάσει τα ζευγάρια
ζευγάρια αδέσποτα πλάι για συνοδεία
κι ούτε Θεός, προσκυνητής και ούτε θαύμα
ούτ΄ άνθρωπος να μη χωράει άλλη πικρία

Και το κιβώτιο σαν Κιβωτός μες στον πλανήτη
έμεινα μέρα μεσημέρι σ' ανοίκιαστο σπίτι

Τις Κυριακές στο ίδιο το τραπέζι
να γέρνει η ανάσα μου απ' την καρδιά κι εγώ απ' το μαχαίρι
εδώ κρατάς στην προσευχή σου μ' ένα πληγωμένο χέρι
στα τόσα θαύματα που πια κανείς μας δε θα παίζει

Τις Κυριακές ξανά σ' άλλο κρεβάτι
μ' ένα αγιασμό στο στόμα και ν' ακολουθείς μι' άλλη πατρίδα
όσα για σώματα που κοίταξα μα μέσα τους δεν είδα
στην Κιβωτό μου έψαχνα για άλλον επιβάτη



4 Δεκεμβρίου 2016