Σάββατο, 29 Νοεμβρίου 2014

έζησα

Έζησα στους κήπους τ' άγριο χορτάρι
να φυτρώνει
και τα σπυριά των σπόρων
να γαντζώνει.
Έζησα τον άνθρωπο χωρίς μιλιά
να πολεμάει
χωρίς τα δάχτυλα να κυνηγάει.

Έζησα ανθρώπους στα δυνατά τους γέλια να πονούν,
χωρίς κοιλιά στη μέση να γεννούν.
Έζησα κι εμένα
σε γόρδια κοιλιά δεμένος.

Έζησα, ό,τι κι αν έζησα
σε τάφο από πατρίδα
σε κλήρωση, σε κληρωτίδα.

Έζησα κι εμένα·
ανάμεσα τους, σε ρόδα έζησα. Έκλεινα
το πρόσωπο. Σφράγιζα το δέρμα
κι έμπαινα πάλι στο μπουφάν
με τη διάφανη του σελοφάν.

Έζησα ανθρώπους.
Έζησα δικούς τους τόπους.

Έζησα, όχι
δεν έζησα σε χώρα ελεύθερη·
έβλεπα στα χέρια της τα σίδερα,
στα βλέμματα της φυλακή. Έζησα
ό,τι κι αν έζησα, δεν έζησα εσένα
κι ήμουνα εκεί. Μα εσύ δεν ήσουνα εκεί.
Που είσαι να σε ζήσω; Να τα ζήσουμε μαζί.

Έφτιαξα Χριστόψωμα κι από τη ζύμη
καθώς κόβονταν το αίμα έτρεχε.
Ζυμώθηκε με το νερό και με τ΄αλάτι·
γλυκό για ζάχαρη
κουβάδες μέσα από πηγάδι.

Δεν έζησα εσένα,
αλλά τα καρφιά
-στάχτη τσιγάρου κι ενοχή-.

Έζησα κι εμένα
σώματα που τόση φτώχεια
κι η καρδιά δεν είχε άλλο να κρυώσει.