Κυριακή, 26 Φεβρουαρίου 2017

άνω πόλη

Μια ηλιαχτίδα να φέγγει στο μέτωπο σου,
καθώς το μεσημέρι οι δυο μας περπατάμε
Άλλοτε ήθελες να παίζω στο λαιμό σου
κι άλλοτε τα πειρατικά να τραγουδάμε

Στο δρόμο που περπάτησαν οι φίλοι
τ’ αποτυπώματα τους καρφωμένα
Μου έλεγες δεν ήταν για κανένα
τα παραπονεμένα τους τα χείλη

Στρατιές πυροδοτούσανε στην Άνω πόλη
κι ο ουρανός από γαλάζιος ‘γινε μαύρος
Τον ουρανό φοβόσουν που κοιτούσαν όλοι
απ’ τη Θεσσαλονίκη μέχρι και το Άργος

Την ώρα που γυρνούσαμε στο σπίτι
σταμάτησες σ’ ένα πεζούλι κι είπες:
«Δεν δόθηκαν σε μας τυχαία οι λύπες·
όλο αυτό κάποια στιγμή θα φύγει»