Παρασκευή, 15 Ιανουαρίου 2016

τα μεσημέρια

Τα μεσημέρια μάς ϕυλάνε μια μελαγχολία
όπως στριμώχνονται τα έπιπλα με θράσος
καθίσματα απ' οξιά, απόλυτα απαλά και λεία
δε μοιάζουν με τα δέντρα που άϕησαν στο δάσος

Τα μεσημέρια καταγράϕονται από αγωνία
και τρεμοπαίζουν με τα δάχτυλα τα χείλια
σαν βέρες που στον κύκλο τους σχημάτιζαν γωνία
μα βρέθηκαν ανάμεσα σ' άσπρα μαντήλια

Κι ό,τι χρωμάτισαν τα μάτια
βρεγμένο ήταν σκοτάδι
ποιο βλέμμα όμως σκορπάει στ' αλάτια
κι αϕήνεται στο χάδι;

Στα μεσημέρια οι κάτοικοι καθώς αλλάζουν σπίτια,
δωμάτια, τραπέζια, δρόμους και σεντόνια
ϕορούν στα σκονισμένα τους σακάκια τα σιρίτια
και τα παράσημα απ' τα περασμένα χρόνια

Κι ό,τι δεν άϕησαν τα χέρια
είχε σωθεί
-μαχαίρι άκοπο στα χέρια
είχε δοθεί