Σάββατο, 18 Ιουνίου 2016

δυο κουπιά

Στη βάρκα μου είχα δυο κουπιά
δεμένα στα αριστερά.
Είχα κι ένα δοκάρι.
Τα δίχτυα τα ‘πιανε η στεριά
στη λεωφόρο του ψαρά
που ‘χε κι ένα φουλάρι.

Εκείνον του έμοιαζε πανί
για να φυσάει τη μύτη,
μα καθαρά είχε φανεί
πως του ‘λειπε ένα σπίτι.

Στη βάρκα μου είχα για ιππικό
μι’ αγριεμένη θάλασσα.
Είχα και μία λάμπα.
Τσουβάλια για το ναυτικό
και στα λιμάνια αλάλαζα
για των ψαριών την τράμπα.

Τα πέλαγα θα γκρέμιζα
με βρώμικα παπούτσια,
μα στο καλάθι γέμιζα
απ’ τις ροδιές κουκούτσια.

Στη βάρκα μου είχα δυο κουπιά
δεμένα στα αριστερά.
Είχα κι ένα τιμόνι.
Τα κέντρα γίνανε χωριά
κι ο νους κυλάει σταθερά
που κάρφωσε τη ζώνη.

Εκείνον του ‘μοιαζε γυαλί
να καθρεφτίζει μούτρα
που φτάνει λίγο ή πολύ
στου πετεινού την κούτρα.

Στη βάρκα μου είχα δυο κουπιά
δεμένα στα αριστερά
που θύμιζε την πόλη.

από τον κύκλο στίχων: «βρήκα στην αυλή μου σαλαμάνδρες»
22 Οκτωβρίου '10