Κυριακή, 7 Φεβρουαρίου 2016

πυροσβέστης

Κύμα μαγνητικό στα πόδια φτάνει
με μια ποδιά στα χέρια ολόγυρα και στην άκρια τα δάχτυλα·
μια λησμονιά σε φέρνει.

Άλλοι επέλεξαν το χάος
κι άλλοι από το δρόμο έφεγγαν με βεγγαλικά.
Ποιος θα γεμίζει το δρόμο που περνάει;
Άλλοι νομίζανε αγέρας
κι άλλοι με τρόμο με κοιτούσαν.

Απ΄τα φιλιά κι απ' τη φιλία τώρα πιο μέλισσα κι από μελίσσι
κυπαρίσσι. Και με τα δύο σίγμα ανάσκελα. 
Κοιμήθηκα και τρόμαξα, όταν άκουσα στον ύπνο μου
τη λογική του αλόγου. Μάταιος κόσμος, είπε, 
και ταραχή μεγάλη μ' άρπαξε.
Ποιος περπατάει στις θάλασσες του Πόντου;
Άλλο ένα σίγμα γράψε ανάσκελα να σε κατέβω.

Ωχρή η σκέψη και άρχοντας γέννησε απ' το κεφάλι του.
Δεν ήταν η Αθηνά. Γυναίκα γέννησε. 

Κεφάλι που έσπειρε με τα μεγάλα ονόματα στον ουρανό
ακούμπησε ξανά το σίγμα

Δεν είδε τη βροχή· τα σύννεφα σκορπίστηκαν
και τα μαγνητικά μου πόδια δεν έχουνε μια σκάλα ν' ακουμπήσουν.
Μεγαλώνουν κι η ανάσα πυροσβέστης. 
Δάσος σε κάνανε για να σε κάψουν.

Κι η ανάσα; Πυροσβέστης.